Η μοναδική ιστορία της Ε.Β.Ε. – Διπλαρείου Σχολής και η προσπάθεια επαναλειτουργίας του ιστορικού τμήματος Επιπλοποιών – Σχεδιαστών

Του Γιάννακα Ιωάννη | Εκδότη του τριμηνιαίου περιοδικού eWood
© Εκδόσεις: eWood και Iστοσελίδα: www.ewood.gr

Μετά από πρωτοβουλία του Συνδέσμου Αποφοίτων Επιπλοποιών – Σχεδιαστών και Φίλων της Ε.Β.Ε. ΔΙΠΛΑΡΕΙΟΥ ΣΧΟΛΗΣ, επιχειρείται μια προσπάθεια, προκειμένου να επαναλειτουργήσει το ιστορικό Τμήμα Επιπλοποιών – Σχεδιαστών της Σχολής, το οποίο δυστυχώς για τον κλάδο, έχει σταματήσει τη λειτουργία του εδώ και αρκετά χρόνια.

Το Τμήμα Επιπλοποιών – Σχεδιαστών της Ε.Β.Ε. – Διπλαρείου Σχολής αποτέλεσε για πάνω από έναν αιώνα και συγκεκριμένα από το 1892, το ορόσημο και την κοιτίδα εκμάθησης της τέχνης του επιπλοποιού. Παράλληλα υπήρξε και για πολλές δεκαετίες, ο κύριος αιμοδότης του κλάδου επίπλου, σε εξειδικευμένο και άρτια καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό τεχνιτών.

Tο συγκεκριμένο Τμήμα, ας μας επιτραπεί να πούμε μεταφορικά πως υπήρξε για το ελληνικό έπιπλο η «Μεγάλη του Γένους Σχολή».

Με τις δημιουργίες και την επιτυχημένη επαγγελματική εξέλιξη των αποφοίτων του, υπήρξε ο χώρος που σημάδεψε και ανέδειξε για πολλές δεκαετίες στην Ελλάδα, μια από τις αρχαιότερες και πιο διαχρονικές δημιουργικές τέχνες, όπως είναι αυτή του επιπλοποιού.

Επί σειρά ετών οι Σχεδιαστές του Τμήματος, ήταν αυτοί που ανέσυραν μέσα από τα μουσεία το αρχαίο ελληνικό έπιπλο, το οποίο με τη σειρά τους, οι Τεχνίτες – Επιπλοποιοί του Τμήματος, του έδωσαν ζωή και το έκαναν διεθνώς γνωστό.

Χαρακτηριστικές δημιουργίες των αποφοίτων του Τμήματος Επιπλοποιών – Σχεδιαστών της Ε.Β.Ε. – Διπλαρείου Σχολής.

1. Χειροποίητη καρέκλα από ελληνική καρυδιά με δερμάτινα λουριά και ελεύθερο υφασμάτινο μαξιλάρι. Το σχέδιο είναι από ελληνική λήκυθο στα μισά του 5ου π.Χ. αιώνα, που σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο της Οξφόρδης.
2. Τρίποδο τραπέζι από ελληνική καστανιά. Το σχέδιο είναι από κύλικα του πρώτου 5ου π.Χ αιώνα, που σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο του Βερολίνου.
3. Δίφρος (σκαμνί) από ελληνική καρυδιά, με δερμάτινα λουριά και ελεύθερο υφασμάτινο μαξιλάρι. Το σχέδιο είναι από δακρυδόχο του ζωγράφου Αντιφόντα 480 π.Χ. που σήμερα βρίσκεται σε ιδιωτική συλλογή.
Οι φωτογραφίες είναι ευγενική προσφορά του κ. Αθανασίου Αλεξόπουλου, αποφοίτου το 1962 του Τμήματος Επιπλοποιών – Σχεδιαστών της Ε.Β.Ε – Διπλαρείου Σχολής.

Μέσα από το συγκεκριμένο Τμήμα πέρασαν και αποφοίτησαν εκατοντάδες σχεδιαστές και επιπλοποιοί που μετέπειτα στην επαγγελματική τους πορεία, υπήρξαν η αφρόκρεμα του ελληνικού επίπλου και μεγαλούργησαν σε Ελλάδα και εξωτερικό.

Όλα τα μεγάλα ονόματα σχεδιασμού και κατασκευής επίπλων, που έγραψαν τη σύγχρονη ιστορία του ελληνικού επίπλου και παραμένουν γνωστά ακόμη και σήμερα, υπήρξαν απόφοιτοι του Τμήματος Επιπλοποιών – Σχεδιαστών της Σχολής με αποτέλεσμα, η τέχνη του επιπλοποιού στην Ελλάδα, να αποτελεί συνώνυμο της Ε.Β.Ε. – Διπλαρείου Σχολής.

Ενδεικτικά αναφέροντας κάποια ονόματα όπως: Σαρίδης, Βαράγκης, Συρίγος, Μάινας, Νεονάκης, Αλεξόπουλοι, Δράκος, αλλά και πάρα πολλοί άλλοι σπουδαίοι δημιουργοί, που είναι αδύνατον να τους αναφέρουμε όλους -και ας μας συγχωρήσουν γι’ αυτό- υπήρξαν απόφοιτοι του Τμήματος Επιπλοποιών – Σχεδιαστών της Ε.Β.Ε. – Διπλαρείου Σχολής.

Σε όλα αυτά τα χρόνια λειτουργίας του Τμήματος, το επίπεδο σπουδών ήταν πάντα πολύ υψηλό και μπροστά από την εκάστοτε εποχή, λόγω της μοναδικής οργάνωσης που είχε διαχρονικά η Σχολή, αλλά και λόγω των σπουδαίων και μεγάλων καθηγητών που δίδαξαν σε αυτή.

Οι απόφοιτοι της Σχολής, πέρα από τις άρτιες τεχνικές γνώσεις που είχαν αποκτήσει στο αντικείμενο τους, χαρακτηριζόντουσαν συγχρόνως και για την αυτοπεποίθηση και την αυξημένη επαγγελματική ηθική που είχαν για τη δουλειά τους και τα έργα τους.

Το να αγαπάνε, να εκτιμούν και να τα πιστεύουν στην αξία των έργων τους, ήταν το πρώτο πράγμα που διδάσκονταν οι σπουδαστές από την ίδρυση της Σχολής αλλά και σε όλη τη διάρκεια της λειτουργίας της. Αυτό αποτέλεσε για πολλούς εξ αυτών, ένα μεγάλο και σημαντικό επαγγελματικό εφόδιο, όπως αποδείχθηκε αργότερα από την καθολική αναγνώριση των έργων τους.

Μια αναδρομή στη μοναδική ιστορία της Ε.Β.Ε. – Διπλαρείου Σχολής, στον Ιδρυτή και στους Δωρητές της.

Μια ιστορία που θα πρέπει να γνωρίζουμε όλοι εμείς οι νεότεροι, για την τεράστια προσφορά κάποιων Επιφανών Ανδρών, στην προσπάθεια που κατέβαλαν για την ανάπτυξη της Ελλάδας στα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά και της μετέπειτα εποχής.

Μια προσφορά που άφησε ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα, τόσο στην ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης, όσο και στην ιστορία του ελληνικού επίπλου, το οποίο χάρις αυτών, διέπρεψε διεθνώς σε περασμένες δεκαετίες.

H ιστορία της Ε.Β.Ε. – Διπλαρείου Σχολής που είναι κάτι μοναδικό και ανεπανάληπτο στην ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης, ξεκινά από το 1892 όταν ιδρύθηκε στην Αθήνα η Ελληνική Βιοτεχνική Εταιρεία (Ε.Β.Ε.) από τον Κυπάρισσο Στέφανο, Καθηγητή μαθηματικών του Πανεπιστημίου Αθηνών, με σκοπό τη δωρεάν επαγγελματική εκπαίδευση και μόρφωση τεχνιτών στα τότε υπάρχοντα παραγωγικά επαγγέλματα.

Μέσω της Ε.Β.Ε. ο Κυπάρισσος Στέφανος απέβλεπε με το πρωτοποριακό του όραμά, στην όσο το δυνατόν αρτιότερη εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού της χώρας σε όλες τις τότε επαγγελματικές τάξεις.

Πίστευε πως για την ανάπτυξη της χώρας, πρέπει να δημιουργηθούν ικανοί και καταρτισμένοι τεχνίτες και βιοτέχνες, (εξού και ο τίτλος Ε.Β.Ε. της Σχολής), που θα μπορούσαν να σταθούν επαγγελματικά είτε από μόνοι τους, είτε σε συνδυασμό με τη βιομηχανική παραγωγή, που είχε αρχίσει σιγά – σιγά να κάνει τα πρώτα της βήματα στην Ελλάδα εκείνης της εποχής.

Παράλληλα, ο Κυπάρισσος Στέφανος ως θερμός θαυμαστής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, ήθελε να μεταλαμπαδεύσει στους τεχνίτες – σπουδαστές της Σχολής, την εφευρετικότητα τη δεξιοτεχνία και την καλαισθησία που διέκρινε όλα τα μοναδικά έργα των Μεγάλων μας Προγόνων.

Αν αναλογιστούμε πως εκείνη την εποχή του 1892, η μέση τεχνική εκπαίδευση ήταν ανύπαρκτη και το προνόμιο της εκπαίδευσης το είχε μόνο η αστική τάξη, η οποία στρεφόταν όμως αποκλειστικά σε σπουδές Ανωτάτων Πανεπιστημιακών Σχολών, η ιδέα που είχε ο Κυπάρισσος Στέφανος για δωρεάν επαγγελματική εκπαίδευση της ευρύτερης λαϊκής νεολαίας στα διάφορα τεχνικά επαγγέλματα μέσω της Ε.Β.Ε. έτυχε αμέσως τεράστιας αποδοχής, τόσο από πολλούς νέους της τότε εποχής, αλλά και από μεγάλο μέρος της τότε ευαισθητοποιημένης αστικής και επιστημονικής κοινωνίας γενικότερα.

Για να εδραιώσει το μεγαλεπήβολο όραμα του ο Κυπάρισσος Στέφανος, ήξερε πως η Ε.Β.Ε. θα έπρεπε να προσελκύσει και να στελεχωθεί από καταξιωμένα Μέλη – Εταίρους που ο καθένας θα στήριζε με τον τρόπο του το έργο της Σχολής, πράγμα που λόγω της αναγνωρισμένης προσωπικότητας του, έγινε πολύ γρήγορα αποδεκτό!

Σπουδαία ονόματα των επιστημών, των τεχνών αλλά και της ευρύτερης κοινωνίας της εποχής, αντιλαμβανόμενοι την αποστολή και το σπουδαίο έργο που καλείται να επιτελέσει η Ε.Β.Ε. για τη χώρα, προθυμοποιήθηκαν να προσφέρουν με ενθουσιασμό, άλλοι τις υπηρεσίες και τις γνώσεις τους αφιλοκερδώς και άλλοι παρέχοντας οικονομική ενίσχυση, ώστε να προωθήσουν την πρωτοποριακή για την εποχή και για την χώρα ιδέα.

Τα πρώτα μέλη – εταίροι της Ε.Β.Ε. που ευαισθητοποιήθηκαν και ενστερνίστηκαν την ιδέα του Κυπάρισσου Στέφανου, ήταν 150 επιφανείς προσωπικότητες της εποχής, κυρίως επιστήμονες, βιομήχανοι, επιχειρηματίες, τραπεζίτες, έμποροι, κτηματίες αλλά και δημόσιοι λειτουργοί.

Αναφέρουμε ενδεικτικά κάποια μεγάλα ονόματα της εποχής που παραμένουν γνωστά ακόμη και σήμερα όπως οι:
Φωκίωνας Νέγρης, Κλών Στέφανος, Εμμανουήλ Δραγούμης, Πέτρος Καλλιγάς, Αναστάσιος Μεταξάς, Χαρίλαος Νοταράς, Κωνσταντίνος Μητσόποπουλος, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, Παύλος Σκουζέ, Σωκράτης Σκιαδάς, Άγγελος Αναστασίου, Τιμολέοντας Αργυρόπουλος, Χαράλαμπος Σπηλιόπουλος, Γεώργιος Τραπάντζαλης, Αριστομένης Βαλέτας και πολλά ακόμη σπουδαία ονόματα.

Αργότερα το 1894 προστέθηκαν και πολλές άλλες σημαντικές προσωπικότητες, μεταξύ αυτών όμως ο Αριστείδης Σ. Διπλάρης και ο Ηλίας Ι. Αγγελόπουλος, ήταν αυτοί που έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο όπως αποδείχθηκε στη μετέπειτα λειτουργία και εξέλιξη της Σχολής.

Οι πρώτες ειδικότητες της Ε.Β.Ε περιλάμβαναν σχεδόν όλα τα παραγωγικά επαγγέλματα της τότε εποχής. Ήταν Επιπλοποιοί, Ξυλουργοί, Τορναδόροι, Αμαξοποιοί, Πεταλωτές, Μηχανουργοί, Υδραυλικοί, Ηλεκτροτεχνίτες, Σιδηρουργοί, Βιβλιοδέτες, Φωτογράφοι, Υποδηματοποιοί, Φανοποιοί, Ωρολογοποιοί, Αργυροχόοι, Χρυσοχόοι, Εργολάβοι οικοδομών, Κτίστες και Κονιαστές.

Το έμβλημα της Ε.Β.Ε που παραμένει το ίδιο μέχρι και σήμερα, ήταν η «γλαύκα καθήμενη επί άκμονος» δηλαδή η «κουκουβάγια», που συμβολίζει την Παιδεία «που κάθεται πάνω στο αμόνι» και συμβολίζει τον εργάτη-τεχνίτη-δημιουργό!

Αυτός ο συμβολισμός, δηλαδή της σύμπραξης της επιστήμης με την εργασία, ήταν μια από τις βασικές αρχές και επιδιώξεις που χαρακτήριζε τον Κυπάρισσο Στέφανο, ο οποίος αν και επιστήμονας, διαφωνούσε ριζικά με όσους λάτρευαν αποκλειστικά την επιστήμη και υποτιμούσαν την εργασία.

Τα πρώτα μαθήματα της Ε.Β.Ε άρχισαν τον Μάρτιο του 1893, με την πρωτοφανή για την εποχή συμμετοχή περίπου 200 μαθητών και γινόντουσαν στο Βαρβάκειο Λύκειο τα απογεύματα και τα πρωινά της Κυριακής, αφού οι μαθητές τις πρωινές ώρες, ήταν όλοι εργαζόμενοι σε διάφορες βιοτεχνίες και εργαστήρια.

Καθηγητές των τμημάτων της Ε.Β.Ε ήταν διακεκριμένα ονόματα των επιστημών και των τεχνών της τότε εποχής και σχεδόν όλοι τους στο πλαίσιο της κοινωνικής προσφοράς, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους δωρεάν.

Από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας της Ε.Β.Ε. καθιερώθηκε ο θεσμός της βράβευσης των καλύτερων έργων των σπουδαστών, προκειμένου να ενισχύσει την απόδοση και την ευγενή άμιλλα μεταξύ των σπουδαστών. Τα έπαθλα ήταν χρηματικά ή διάφορα εργαλεία, σχετικά πάντα με το αντικείμενο σπουδών. Οι βραβεύσεις γινόντουσαν με κάθε επισημότητα στο Ζάππειο και ήταν ανοιχτές στο κοινό.

Παράλληλα στον ίδιο χώρο του Ζαππείου, από το 1895 η Ε.Β.Ε. διοργάνωνε κάθε χρόνο έκθεση και παρουσίαζε σε αυτή έργα των μαθητών της, προκειμένου να φανεί στο ευρύτερο κοινό η σπουδαία δουλειά και το έργο που συντελούνταν στη Σχολή. Η έκθεση κράτησε αρκετά χρόνια και είχε μεγάλη επιτυχία και επισκεψιμότητα.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης πως το 1900 η Ε.Β.Ε. αντιπροσωπεύοντας την Ελλάδα, συμμετείχε με δικό της περίπτερο στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού στην οποία μάλιστα σημείωσε μεγάλη και διεθνή επιτυχία.

Στο περίπτερο παρουσιαζόντουσαν διάφορα εκμαγεία και έργα των σπουδαστών της Σχολής και παράλληλα διανέμονταν και ένα μοναδικό για την εποχή έντυπο γραμμένο στα γαλλικά, με τίτλο «La Grece industielle et commercial en 1900» μεταφραζόμενο «H Βιομηχανική και εμπορική Ελλάδα το 1900». Τα έργα και τα εκμαγεία με το τέλος της έκθεσης, δωρίστηκαν σε διάφορα ιδρύματα του εξωτερικού αναδεικνύοντας έτσι το έργο του Έλληνα τεχνίτη, εδραιώνοντας συγχρόνως και διεθνώς τη φήμη της Σχολής.

Μέχρι τους Βαλκανικούς πολέμους το 1912, εκπαιδευόντουσαν ετησίως στη Ε.Β.Ε. πάνω από 400 τεχνίτες, αλλά λόγω της κατάστασης, η δράση της χαλάρωσε. Με την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου το 1914 διέκοψε τη λειτουργία της, για να ξαναρχίσει κανονικά τον Οκτώβριο του 1920 πάλι στο ισόγειο του Βαρβακείου Λυκείου, έχοντας όμως προστεθεί σε αυτή και μια νέα τεχνική σχολή με το όνομα Διπλάρειος.

Το έργο που επιτελούσε η Ε.Β.Ε από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της δεν έτυχε μόνο της καθολικής αναγνώρισης από την τότε κοινωνία, αλλά προκάλεσε και το ενδιαφέρον πολλών φιλοπάτριδων ευεργετών της περιόδου εκείνης, οι οποίοι μέσα από διάφορες κληροδοσίες προσπαθούσαν να βοηθήσουν το Εθνικό έργο της τότε Ελλάδας.
Έτσι τα πρώτα κληροδοτήματα υπέρ της Ε.Β.Ε. ήταν του Κωνσταντίνου Σαβαστόπουλου, του Παναγή Χαροκόπου, του Χαράλαμπου Σπηλιόπουλου και του Αριστείδη Διπλάρη.

Το 1915 μετά τον θάνατο της συζύγου του Αριστείδη Διπλάρη, η οποία ήταν και η επικαρπώτρια της περιουσίας του, αμέσως δημιουργήθηκε ως όριζε και στη διαθήκη του, μια δεύτερη τεχνική Σχολή κατώτερης βαθμίδας εκπαίδευσης με το όνομα Διπλάρειος που υπαγόταν αποκλειστικά στη διοίκηση της Ε.Β.Ε.

Από τότε οι δύο Σχολές λειτουργούσαν  ενωμένες κάτω από την ίδια διοίκηση με τον τίτλο «Εσπεριναί Σχολαί Ελληνικής Βιοτεχνικής Εταιρείας – Διπλάρειος Σχολή».

Σκοπός της Διπλαρείου Σχολής, ήταν η σε νέους και νέες «Η δωρεάν διδασκαλία γραμμικού σχεδίου (dessin linéaire) αλλά και τέχνες γενικότερα», με στόχο την εκπαίδευση και κατάρτιση αυτών, ώστε να τους εξασφαλίζεται μετέπειτα μια επιτυχημένη επαγγελματική σταδιοδρομία.

Όπως ήταν φυσικό η λειτουργία της νεοσυσταθείσας τότε Διπλαρείου Σχολής ανεβλήθη και αυτή λόγω του πολέμου και η κανονική της λειτουργία της άρχισε τον Ιανουάριο του 1919 στο ισόγειο του Ωδείου Λόττνερ.

Με την πλήρη επανεκκίνηση των δύο Σχολών το 1920, τα Τμήματα που λειτούργησαν ήταν, της μέσης τεχνικής εκπαίδευσης της Ε.Β.Ε. με τις ειδικότητες Επιπλοποιών – Ξυλουργών, Ηλεκτρολόγων, Μηχανουργών και Γλυπτών και τα Τμήματα τεχνιτών και εργατριών της κατώτερης βαθμίδας σπουδών της Διπλαρείου, που απευθυνόταν κυρίως στην εκπαίδευση νέων κοριτσιών.

Στα τμήματα της νεοσυσταθείσας Διπλαρείου τα μαθήματα που διδάσκονταν ήταν Στοιχεία Αριθμητικής – Γεωμετρίας, Καλλιτεχνικό Σχέδιο, Γραμμική Ιχνογραφία, Διακοσμητική Αγγείων, Ραπτική, Πλεκτική, Υφαντική, Κέντημα, Δακτυλογραφία, Στενογραφία, Υγιεινή και είχαν σαν στόχο την παροχή στους μαθητές/τριες, βασικών και αναγκαίων γνώσεων που θα τους βοηθούσαν στην επαγγελματική τους πορεία, όπως ακριβώς ήθελε και όριζε ο Αριστείδης Διπλάρης.

Το 1925 στη τελετή βραβείων που έγινε στο Βαρβάκειο Λύκειο για τους διακριθέντες μαθητές της Σχολής, τα εκθέματα και τα σχέδια του τμήματος Επιπλοποιών – Ξυλουργών, είχαν τέτοια καλαισθησία και επιδεξιότητα που προκάλεσαν τον θαυμασμό όλων.

Οι μαθητές του Τμήματος υπό την καθοδήγηση και εποπτεία του εξαιρετικού αρχιτέκτονα της εποχής και Καθηγητή της Ε.Β.Ε. Δημητρίου Πικιώνη, παρουσίαζαν μοναδικές για την εποχή συνθέσεις και έργα, εμπνευσμένα όλα από την ελληνική παράδοση της αρχαιότητας, των μεσαίων χρόνων, του Βυζαντίου και της ελληνικής λαϊκής τέχνης.

Ανάλογες μεγάλες επιτυχίες του Τμήματος Επιπλοποιών – Σχεδιαστών συνεχίστηκαν και στα επόμενα χρόνια λειτουργίας της Σχολής.

Το 1926 με πρόταση του Ηλία Ι. Αγγελόπουλου και με χρήματα του Χαροκοπείου Κληροδοτήματος, προκηρύχθηκε διαγωνισμός τεσσάρων υποτροφιών για τους αποφοίτους των αντίστοιχων τμημάτων της Ε.Β.Ε.

Οι επιτυχόντες θα μετέβαιναν για δύο χρόνια στο εξωτερικό, προκειμένου να λάβουν μεγαλύτερη εξειδίκευση και εμπειρία, δεσμευόμενοι όμως πως με την επιστροφή τους στην Ελλάδα θα έπρεπε να εργαστούν και να διδάξουν στη Σχολή.

Έτσι το 1927 ο απόφοιτος Βρέττας Ιωάννης, μετά την επιτυχία του στο σχετικό διαγωνισμό, μετέβη στο Βερολίνο όπου εργάστηκε στο εργοστάσιο επιπλοποιίας Πράφλ και Τούνκ, φοιτώντας κατόπιν και σε ανώτερες σχολές επιπλοποιίας της Βιέννης και της Στουτγκάρδης. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, υπήρξε για χρόνια ένας από τους σπουδαιότερους Καθηγητές της Ε.Β.Ε. στο μάθημα της επιπλοποιίας.

Αργότερα υπήρξαν και άλλοι απόφοιτοι του τμήματος Επιπλοποιών που μετέβησαν ως υπότροφοι στο εξωτερικό για σπουδές. Στο «Χρονικό της ΕΒΕ -Διπλαρείου Σχολής», αναφέρονται τα ονόματα των: Καλαματιανός Ευστράτιος (1961), Σαμαράς Ιωάννης (1961), Κύρογλου Γεώργιος (1969).

Το 1932 με την εγκατάσταση της Σχολής στο νέο ιδιόκτητο κτίριο, οι εγγραφές έφτασαν τις 1.100! με ποσοστό τακτικής φοίτησης 80% και μέχρι τα τέλη του 1940 που η Σχολή αναγκάστηκε να διακόψει λόγω του πολέμου και της κατοχής, φοίτησαν σε αυτήν περίπου 25.000 τεχνίτες.

Το έτος 1938 υπήρξε κρίσιμο έτος για τη συνέχεια της Σχολής, μετά από αγωγή που κατέθεσαν εναντίον της οι κληρονόμοι της συζύγου του Αριστείδη Διπλάρη. Αρκετά χρόνια μετά από το θάνατο του και το θάνατο της συζύγου του, διεκδικούσαν να επιστραφεί σε αυτούς, μεγάλο μέρος των κληροδοτημάτων που άφησε στη Διπλάρειο Σχολή. Ευτυχώς όμως για τη Σχολή, που μετά από επίπονες δικαστικές μάχες, οι απαιτήσεις των «διεκδικητών» δεν έγιναν δεκτές από τα τότε Δικαστήρια.

Το 1938-1939 υπό τη νέα Διεύθυνση του αρχιτέκτονα και καθηγητή της Σχολής Κωνσταντίνου Δοξιάδη προστέθηκαν στην Ε.Β.Ε. και νέα τμήματα όπως Υδραυλικών, Χρωματιστών και Σχεδιαστών.

Το 1942 υπήρξε ένα σημαντικό έτος/σταθμός για τη Σχολή, αφού ο μηχανικός Χρήστος. Γρηγ. Μπιτσάνης (1865 -1941), όριζε με τη διαθήκη του που δημοσιεύθηκε στις 20/05/1942, ως καθολικό κληρονόμο όλης του της κινητής και ακίνητης περιουσίας την Ε.Β.Ε – Διπλάρειο.
Ήταν μια πολύ σημαντική οικονομική δωρεά για τη Σχολή και για τον λόγο αυτό μετά από ομόφωνη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης τον Μάιο του 1942, ο Χρήστος  Γρηγ. Μπιτσάνης θεωρείται ως Συνιδρυτής της Σχολής μαζί με τους Κυπάρισσο Στέφανο και τον Αριστείδη Διπλάρη.

Το 1947 έχοντας τελειώσει ο πόλεμος και οι επιπτώσεις του, η Σχολή επαναλειτούργησε μόνο με τέσσερα τμήματα, των Επιπλοποιών, των Σχεδιαστών, των Οικοδόμων και των Μηχανοτεχνιτών. Το τμήμα των Ηλεκτροτεχνιτών επαναλειτούργησε αργότερα το 1951-52.

Στο τμήμα Επιπλοποιών ο αριθμός προσέλευσης και οι εγγραφές των σπουδαστών ήταν απροσδόκητα μεγάλος. Αυτό οφείλονταν όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο «Χρονικό της ΕΒΕ -Διπλαρείου Σχολής», στο ενδιαφέρον που έδειξε η τότε Συντεχνία Επιπλοποιών, η οποία με εγκύκλιο προς τα μέλη της, παρότρυνε και συνιστούσε στους νέους τεχνίτες, να παρακολουθήσουν τα μαθήματα της Σχολής.

Κατά την περίοδο 1947 – 1967 που το κύρος της Σχολής μεσουρανούσε, φοίτησαν σε αυτήν περίπου 18.000 σπουδαστές. Από αυτούς περίπου οι 2.000 έλαβαν πτυχίο αποφοίτησης με τις παρακάτω ειδικότητες: 600 Ηλεκτρολόγοι, 500 Επιπλοποιοί, 350 Μηχανοτεχνίτες, 250 Σχεδιαστές και 250 Οικοδόμοι.

Το 1969 η Ακαδημία Αθηνών απένειμε ειδικό βραβείο στην Ε.Β.Ε. – Διπλάρειο Σχολή για το πολύ σπουδαίο εκπαιδευτικό έργο που προσέφερε στη χώρα από την αρχή της λειτουργίας της.

Το 1994 ιδρύθηκε στην ΕΒΕ Διπλάρειο Σχολή, το πρώτο στην Ελλάδα Ινστιτούτο Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΙΕΚ) Σχεδιασμού Επίπλου, το οποίο λειτούργησε ευδόκιμα μέχρι το 2003 στηρίζοντας τον κλάδο Επίπλου. Η λειτουργία του εν λόγω Τμήματος άνοιξε το δρόμο για την ίδρυση του Τμήματος Σχεδιασμού και Τεχνολογίας Ξύλου και Επίπλου του ΤΕΙ Θεσσαλίας στην Καρδίτσα, το 1999.

Το 2004 ακολούθησε ένα δεύτερο βραβείο για τη Σχολή, αυτή τη φορά από τον Δήμο Αθηναίων για την επίσης μεγάλη προφορά της, στη βιοτεχνία και βιομηχανία της χώρας, από την ίδρυσή της το 1892 και για όλα τα χρόνια της λειτουργίας της.

Σε όλα τα χρόνια λειτουργίας της Σχολής φοίτησαν και εκπαιδεύτηκαν δωρεάν σε αυτήν, πάνω από 65.000 σπουδαστές σε διάφορες τεχνικές ειδικότητες μεταξύ των οποίων: Ξυλογλυπτικής, Πλαστικής, Πιλοποιίας, Κοπτικής, Μηχανουργικών Σχεδιαγραμμάτων, Ηλεκτρολόγων, Γραμμικών και Γεωμετρικών Σχεδίων, Ελεύθερου Σχεδίου, Επιπλοποιών κ.λ.π.

Από όλες όμως τις ειδικότητες και τμήματα που κατά καιρούς υπήρξαν στη Σχολή, η πιο διαχρονική και σημαντική, αλλά και αυτή που ουσιαστικά ανέδειξε το κύρος της σχολής, υπήρξε το τμήμα Επιπλοποιών που σταμάτησε τη λειτουργία του το 2009.

Σήμερα, μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου το 2010, η Ε.Β.Ε. – Διπλάρειος Σχολή επαναλειτουργεί ως Ι.Ε.Κ. με τις ειδικότητες:
Τομέας Πληροφορικής «Τεχνικός Εφαρμογών Πληροφορικής».
Τομέας Οικονομίας και Διοίκησης «Στέλεχος Διοίκησης και Οικονομίας στον τομέα του Τουρισμού».
Παράλληλα λειτουργεί και ως Κέντρο Διά Βίου Μάθησης 2, με προγράμματα σπουδών: στην πληροφορική και στον σχεδιασμό με την βοήθεια Η/Υ (CAD).

Ο Ιδρυτής της Σχολής

Κυπάρισσος Στέφανος (1857 – 1917)

Κυπάρισσος Στέφανος (1857 – 1917)

Ο Κυπάρισσος Στέφανος έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ειδήμονες, ως μια ιδιοφυΐα της μαθηματικής επιστήμης στην οποία διέπρεψε διεθνώς, αλλά και μια εξέχουσα προσωπικότητα με τεράστια κοινωφελή δράση και αναντικατάστατο έργο σε πολλούς τομείς της τότε Ελλάδας.

Το μικρό του όνομα που είναι το «Κυπάρισσος» -και όχι το Στέφανος όπως λανθασμένα θεωρείται από πολλούς, το εμπνεύστηκε ο πατέρας του που ήταν δάσκαλος, από τον Κυπάρισσο που υπήρξε έφηβος ήρωας της ελληνικής μυθολογίας.

Γεννήθηκε στη Κέα το 1857 και τελείωσε ως αριστούχος το Γυμνάσιο της Σύρου.
Μετά το τέλος των γυμνασιακών του σπουδών, γράφτηκε στο Μαθηματικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, από το οποίο αποφοίτησε το 1878 επίσης ως αριστούχος, έχοντας μάλιστα αποκτήσει και το διδακτορικό δίπλωμα των Μαθηματικών. Συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, στο οποίο το 1884 αναγορεύτηκε επίσημος διδάκτωρ, μαζί με τους διάσημους τότε Γάλλους καθηγητές των μαθηματικών Darboux, Jordan και Hermite.

Παρά τις αξιοζήλευτες θέσεις που του προσφέρθηκαν σε Γαλλία και Ελβετία, λόγω της εξαιρετικής επιστημονικής του κατάρτισης, και των διεθνώς αναγνωρισμένων μαθηματικών του ικανοτήτων, ο ίδιος προτίμησε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Ήθελε να αναλάβει ενεργό δράση στην ανάπτυξη της χώρας, όχι μόνο ως Πανεπιστημιακός Καθηγητής, αλλά και ως εμπνευστής και ηγέτης σε πολλά και σημαντικά κοινωφελή έργα.

Με την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1884, αμέσως διορίστηκε ως επίτιμος καθηγητής των Μαθηματικών στο Εθνικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, σε ηλικία μόλις 27 ετών! και τακτικός καθηγητής από το 1890. Διετέλεσε επίσης κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και το 1908-1909 Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπήρξε επίσης επί σειρά ετών καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και των Στρατιωτικών Σχολών Ευελπίδων και Ναυτικών Δοκίμων.

Σε όλη τη διάρκεια της ζωή του, η επιστημονική του δράση και η προσφορά του στην μαθηματική επιστήμη, μέσω των δεκάδων εργασιών που δημοσίευσε, είχαν σαν αποτέλεσμα την διεθνή του αναγνώριση σε Ευρώπη και Αμερική, αλλά και να χαρακτηριστεί ως μια μαθηματική ιδιοφυΐα. Για την προσφορά του μάλιστα στη μαθηματική επιστήμη, εξελέγη επανειλημμένως και για πολλά χρόνια, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Διεθνούς Μαθηματικής Εταιρείας

H δραστηριότητα όμως του Κυπάρισσου Στέφανου, δεν περιοριζόταν μόνο στις υποχρεώσεις που του επέβαλε η καθηγητική του έδρα, αλλά επεκτείνεται και εκτός του πανεπιστημιακού χώρου.

Το 1892 ιδρύει την πρώτη σχολή μέσης τεχνικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, την Ελληνική Βιοτεχνική Εταιρία, στην οποία αφιερώθηκε ολοκληρωτικά, ψυχή και σώμα, μέχρι το τέλος της ζωής του.

Υπήρξε ο κύριος ιδρυτής της Γεωργικής Εταιρείας και της Φιλοδασικής ένωσης και το 1899 οργάνωσε στο Άργος, την πρώτη κτηνοτροφική έκθεση στην Ελλάδα.
Οργάνωσε επίσης τις πρώτες ανθοκομικές εκθέσεις στην Ελλάδα, οι οποίες αργότερα έγιναν θεσμός και προέτρεπε τους νέους της εποχής να ασχοληθούν με τη χλωρίδα της χώρας.

Το 1901 ίδρυσε την πρώτη Εμπορική Σχολή της Ελλάδας και συγχρόνως σε εργασία – μελέτη που δημοσίευσε τότε, πρότεινε την αναγκαιότητα της ίδρυσης μιας Ανωτάτης Εμπορικής Σχολής, που πράγματι ιδρύθηκε αργότερα το 1920 και είναι γνωστή μέχρι και σήμερα.

Ως Πρόεδρος του Ελληνικού Διδασκαλικού Συλλόγου από το 1901 κατάφερε μέσω των ενεργειών του, να θεσπιστεί το 1905 ο Νόμος, που καθιέρωνε τη μονιμότητα των λειτουργών της Δημόσιας Παιδείας και του θεσμού των Επιθεωρητών και του Εποπτικού Συμβουλίου.

Ο Κυπάρισσος Στέφανος πέθανε τα ξημερώματα της 27 Δεκεμβρίου 1917 και η απώλεια του σκόρπισε για μεγάλο χρονικό διάστημα τη θλίψη, σε όλη την τότε επιστημονική κοινότητα, αλλά και σε μεγάλο μέρος της τότε ελληνικής κοινωνίας γενικότερα.

Ο Δωρητής της Σχολής

Αριστείδης Διπλάρης (1840 – 1907)

Αριστείδης Διπλάρης (1840 – 1907)

Ο Αριστείδης Σ. Διπλάρης, ήταν γόνος παλαιάς και μεγάλης Αθηναϊκής οικογενείας η οποία μάλιστα είχε αναπτύξει ενεργό και σπουδαία δράση κατά τον Ιερό αγώνα για την απελευθέρωσης της Ελλάδας.

Μηχανικός στο επάγγελμα, τύγχανε ιδιαιτέρας μορφώσεως, ήταν αρκετά μεθοδικός και εργατικός και γενικά μια προσωπικότητα με ενεργό δράση σε πολλούς τομείς της τότε κοινωνίας.

Αντιλαμβανόμενος αμέσως το σπουδαίο και Εθνικό έργο που καλείται να επιτελέσει η Ε.Β.Ε. έγινε το 1894 ενεργό και δραστήριο μέλος της Σχολής, διαθέτοντας για το σκοπό αυτό, όχι μόνο όλες του τις γνώσεις και δυνάμεις, αλλά και όλη του την περιουσία, όπως έπραξε αργότερα.

Συγκεκριμένα με την από 22/04/1906 διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε στο εν Αθήναις Πρωτοδικείο στις 17/10/1907, μη έχοντας ο ίδιος απογόνους, όριζε πως μετά τον θάνατο της επικαρπώτριας συζύγου του, (η οποία απεβίωσε το 1915), το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του θα διατίθετο προκειμένου να ιδρυθεί η ομώνυμη Διπλάρειος Σχολή .

Σκοπός της Σχολής θα ήταν η σε νέους και νέες δωρεάν διδασκαλία γραμμικού σχεδίου (dessin linéaire) αλλά και τέχνες γενικότερα, με στόχο την εκπαίδευση και την κατάρτιση τους, ώστε να τους εξασφαλίζεται μετέπειτα μια επιτυχημένη επαγγελματική σταδιοδρομία.

Ο ακούραστος και πολύτιμος εταίρος της Σχολής

Ηλίας Ι. Αγγελόπουλος (1859 – 1932)

Ηλίας Ι. Αγγελόπουλος  (1859 – 1932)

Ο Ηλίας Ι. Αγγελόπουλος γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1859. Υπήρξε μια τεράστια προσωπικότητα με μοναδικό επιστημονικό και κοινωφελές έργο σε πολλούς και νευραλγικούς τομείς της τότε Ελλάδας.

Σπούδασε πολιτικός μηχανικός στη Σχολή Γεφυροποιών της Ecole des Ponts et Chaussees στο Παρίσι, από όπου και αποφοίτησε το 1886. Διετέλεσε μηχανικός και νομομηχανικός, στην υπηρεσία Δημοσίων Έργων, στην Τεχνική Υπηρεσία Υδραυλικών έργων του Δήμου Αθηναίων και ως μηχανικός της Λιμενικής Επιτροπής του Πειραιώς. Στα έργα του ανήκουν οι μόνιμες δεξαμενές του λιμένος Πειραιώς και πολλά τεχνικά έργα σε όλη την Ελλάδα.

Υπήρξε Καθηγητής Γεφυροποιίας στο Σχολείο Βιομηχάνων Τεχνών, μέλος της Αρχαιολογικής Εταιρείας, ιδρυτικό μέλος της Λέσχης των Επιστημόνων, του ΤΕΕ, της Γεωγραφικής Εταιρείας και εκδότης πολλών επιστημονικών περιοδικών της εποχής. Ήταν αυτός που έφερε πρώτος στην Ελλάδα την νέα για την εποχή τεχνολογία δόμησης με οπλισμένο σκυρόδεμα.

Ήταν στενός φίλος και συνεργάτης του Κυπάρισσου Στέφανου, πολλοί δε τότε τον χαρακτήριζαν και ως διάδοχό του.

Έγινε μέλος της Ε.Β.Ε. το 1894 και μέχρι το θάνατο του το 1932 ασχολήθηκε ενεργά και εντατικά σε όλες τις δραστηριότητες της Σχολής. Διετέλεσε για πολλά χρόνια Γενικός Γραμματέας και Αντιπρόεδρος της Σχολής.

Η Σχολή οφείλει πολλά στον Ηλία Ι. Αγγελόπουλο ειδικά μετά τον θάνατο του Κυπάρισσου Στέφανου. Λόγω της εξέχουσας και αναγνωρισμένης προσωπικότητας του, κατάφερε να προσελκύσει πολλές και σημαντικές δωρεές για τη Σχολή και ήταν αυτός που με την ακούραστη θέληση του και των ενεργειών του, κατάφερε το 1932 την ανέγερση του ιδιόκτητου κτιρίου – Μεγάρου της Σχολής.

Το ιστορικό και εμβληματικό κτίριο της Σχολής

Το ιστορικό και εμβληματικό κτίριο της Ε.Β.Ε – Διπλαρείου Σχολής.

Το ιστορικό και εμβληματικό κτίριο της Ε.Β.Ε – Διπλαρείου Σχολής εκτείνεται σε τέσσερις ορόφους συνολικής έκτασης 10.000 τετ. μέτρων.

Για την ανέγερση του αγοράστηκε το 1927 το οικόπεδο του Δ. Δημητριάδου (πρώην θέατρο Μπούκουρα) συνολικής έκτασης 2.800 τετ. μέτρων. Η αγορά αυτή κόστισε τότε 2.942.025 δρχ. από τα οποία 1.471.056 δρχ. κατέβαλε το ταμείο της Ε.Β.Ε και τα υπόλοιπα 1.470.969 κατέβαλε το ταμείο της Διπλαρείου.

Το κτίριο σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Αριστείδη Ηλιάδη, σύμφωνα με την επιθυμία του τότε Δ/Σ της Σχολής, που προσδιόριζε πως εκτός από τις αίθουσες θεωρητικής διδασκαλίας, θα έπρεπε να περιλαμβάνει και ευρύχωρα εργαστήρια μέσα στα οποία η τεχνική θεωρητική μόρφωση θα συμπληρώνεται με την πρακτική εξάσκηση. Παράλληλα θα έπρεπε να έχει και ειδικούς χώρους διαλέξεων, αίθουσες εορτών, λουτήρες κλπ.

Η κατασκευή του ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1930 και εγκαινιάστηκε το 1932. Μάλιστα λόγω των πολλών και ιδιαιτέρων αρχιτεκτονικών του χαρακτηριστικών, η τότε Πολιτεία απένειμε στον Αριστείδη Ηλιάδη ειδικό βραβείο για το έργο του.

Για πάνω από έναν αιώνα μέσα σε αυτό το κτίριο, φοίτησαν και εκπαιδεύτηκαν δωρεάν πάνω από 65.000 σπουδαστές σε διάφορες τεχνικές ειδικότητες, με εξέχουσα αυτή των Επιπλοποιών – Σχεδιαστών.

Το κτίριο βρίσκεται στην Πλατεία Θεάτρου 3 στην περιοχή της Ομονοίας και ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να αποτελεί ένα κτιριακό κόσμημα της Αθήνας.

ΕΠΙΤΙΜΟΙ ΕΤΑΙΡΟΙ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ

Ηλίας Ι. Αγγελόπουλος, Δροσόπουλος Ιωάννης, Παπανδρέου Γεώργιος, Βουρλούμης Παναγής, Χαροκόπος Σπυρίδων, Ζαλοκώστα Π. Φανή, Αγγελοπούλου Ηλ. Σμαράγδα, Θεοδοσιάδης Θ., Κυριάκος Γεώργιος, Αρβανίτης Ιωάννης.

Μεγάλοι Ευεργέτες της Σχολής

Διπλάρης Αριστείδης, Αγγελόπουλος Ηλίας, Χαροκόπος Παναγής, Σεβαστόπουλος Κωνσταντίνος, Ζωγράφος Χρηστάκης, Συγγρός Ανδρέας, Δούμπας Μιχαήλ, Περιστεράκης Εμμανουήλ, Σπηλιόπουλος Χαράλαμπος, Γερολυμάτος Ιωάννης, Χρυσοβέργης Νικόλαος, Μπιτσάνης Γρ. Χρήστος (Συνιδρυτής της Σχολής) , Ελληνικό Δημόσιο, Δήμος Αθηναίων, Τράπεζα της Ελλάδος, Αμερικάνικη Βοήθεια (Σχέδιο Marshall).

Καθηγητές του τμήματος Επιπλοποιών – Σχεδιαστών της Ε.Β.Ε. – Διπλαρείου Σχολής μέχρι το 1973

Γραμμικό σχέδιο: Λαπατάς Δημ., Μπενάκης Δημ. Διακόσμηση: Μπάγιας Πέτρ. Ελεύθερο σχέδιο: Αστεριάδης Αγ., Δανιήλ Δ., Δεγόνιας Αντ., Διαμαντοπούλου Αλεξ., Ηλιάδης Κων., Καντζίκης Στ., Μαθιόπουλος Παν., Μαλάμος Κων., Μανουσάκης Γεωρ., Μανούσου Ιωάν., Μαργέλης Κων., Μπενάκης Δημ., Παπαγάκος Γεωργ. Επιπλοποιία: Βρέττας Ιωαν., Κανακάκης Θεοχ., Μαθιέλλης Δημ. Ξυλογλυπτική: Λεμπεσόπουλος Βασ. Οργάνωση εργασίας: Πυρουνάκης (;). Πλαστικές τέχνες: Γεωργαντάς Κων., Παναγιωτάκης Ανδρ. Ρυθμολογία: Δοξιάδης Κων., Πικιώνης Δημ., Σταμπουτζής Ιωάν., Τσίπουρας (;). Συνδεσμολογία επίπλων: Βαλάτας Γεωργ., Βρέττας Ιωαν., Γιανουλέλης Γεωρ., Κραντωνέλλης Κλ., Προβελέγγιος Αριστ., Σκέπερς Αρθ. Τεχνικό σχέδιο: Μαργέλης Κων., Πετρακόπουλος Νικ., Πραντούνας Μιλτ. Τεχνολογία ξύλου – επίπλου: Βρέττας Ιωαν., Καρτάσης Ιωάν., Κοτρότσης Π., Παπαμιχαήλ Πετρ., Πετρίδης Δ., Ρενιέρης (;).


Πηγές αφιερώματος: ● Χρονικόν Ελληνικής Βιοτεχνικής Εταιρείας και Διπλαρείου Σχολής, Εβδομηκονταπενταετηρίς 1892-1967, (Διπλή και συμπληρωματική έκδοση του 1973, Αρχείο Εθνικής Βιβλιοθήκης), ● Εφημερίδα Συνδέσμου Φίλων Κ. Καραθεοδώρη (Αρ. Φύλλου 58), ● Εν Αθήναις Τυπογραφείον Εστία 1920, ● ΑΡΧΙΜΗΔΗΣ – ΜΗΝΙΑΙΟΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ ΣΥΓΓΡΑΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ. ΕΤΟΣ ΙΘ’ ΑΘΗΝΑΙ, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1918. ● ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ -ΜΑΪΟΣ 1932 ● ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΑΡΑΚΤΙΚΗ 1843-1915, ΜΠΟΛΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ-ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ, Εκδότης DA VINCI, Δεκέμβριος 2012, ● ΣΠΥΡΟΣ ΤΖΟΚΑΣ – Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΟΠΛΙΣΜΕΝΟΥ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ. Ειδήμονες μηχανικοί και η διαχείριση της καινοτομίας (1900-1930) Αθήνα 2015, ● Ιστοσελίδα: wikipedia.org, ● Ιστοσελίδα της Ε.Β.Ε. – Διπλαρείου Σχολής,Σύνδεσμος Αποφοίτων Επιπλοποιών – Σχεδιαστών και Φίλων της Ε.Β.Ε. ΔΙΠΛΑΡΕΙΟΥ ΣΧΟΛΗΣ.


Η προσπάθεια επαναλειτουργίας του ιστορικού τμήματος Επιπλοποιών – Σχεδιαστών της ΕΒΕ – Διπλαρείου Σχολής.

Είναι γνωστό πως τα τελευταία χρόνια η μόνη Σχολή στην Ελλάδα στον τομέα εκπαίδευσης του Ξύλου – Επίπλου, είναι το μέχρι πρότινος Τμήμα Σχεδιασμού και Τεχνολογίας Ξύλου του πρώην Τ.Ε.Ι. Καρδίτσας.

Το συγκεκριμένο Τμήμα ιδρύθηκε το 1999 από τον Καθηγητή Ιωάννη Κακαρά, ο οποίος μάλιστα υπήρξε και Καθηγητής της Ε.Β.Ε. – Διπλαρείου Σχολής. Από την αρχή της λειτουργίας του, έχει να επιδείξει ένα τεράστιο και μοναδικό εκπαιδευτικό έργο για τα ελληνικά χρονικά στον τομέα του Ξύλου – Επίπλου, με διεθνή μάλιστα αναγνώριση. Με τις τελευταίες μάλιστα εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου Παιδείας και την κατάργηση των Τ.Ε.Ι., συγχωνεύτηκε με το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και αναβαθμίστηκε σε Ανωτάτη Σχολή, πενταετούς φοίτησης, με τίτλο: ΤΜΗΜΑ ΔΑΣΟΛΟΓΙΑΣ, ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΞΥΛΟΥ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ.

Η εν λόγω «αναβάθμιση» με Νόμο στην ουσία εξαφάνισε τον τεχνολογικό χαρακτήρα του πρώην Τμήματος με τη συνεχή εργαστηριακή δουλειά των Σπουδαστών και παράλληλα ενοποίησε την επιστήμη Ξύλου – Επίπλου και Ξύλινων Κατασκευών με το τεράστιο γνωστικό αντικείμενο της Δασολογίας.

Αυτό όπως όλοι αντιλαμβανόμαστε, μεγαλώνει ακόμη περισσότερο το εκπαιδευτικό κενό που υπήρχε ούτως ή άλλως τα τελευταία χρόνια στον κλάδο, ο οποίος δεν έχει μια δική του Τεχνική Σχολή, που να καλύπτει τις βασικές ανάγκες επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης των τεχνιτών του. Έτσι είναι υποχρεωμένος να σπρώξει τους μελλοντικούς του τεχνίτες στο μονόδρομο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, με ότι αυτό συνεπάγεται όπως, υψηλές απαιτήσεις σπουδών, μεγάλη χρονική διάρκεια σπουδών, οικονομικό κόστος από πλευράς σπουδαστών κλπ.

Βεβαίως είναι ευνόητο πως δεν τίθεται καν θέμα σύγκρισης μεταξύ μιας Πανεπιστημιακής Σχολής και μιας μέσης Τεχνικής Σχολής ή ενός Τμήματος Ι.Ε.Κ.

Στη περίπτωση όμως που αναφερόμαστε για κατάρτιση τεχνιτών με τις απαραίτητες και βασικές επαγγελματικές γνώσεις και δεξιότητες, η ύπαρξη επαγγελματικών σχολών είναι αναγκαία και σημαντική για την ίδια τη βιωσιμότητα οποιουδήποτε κλάδου γιατί μακροπρόθεσμα, κλάδος χωρίς καταρτισμένους τεχνίτες είναι εξαρτώμενος και καταδικασμένος.

Στο δικό μας κλάδο του Ξύλου – Επίπλου τα τμήματα Επιπλοποιών και Σχεδιαστών που λειτουργούσαν επί χρόνια στην Ε.Β.Ε. – Διπλάρειο Σχολή, διέκοψαν τη λειτουργία τους στη δεκαετία του 2000.

Αυτό κατά κύριο λόγο οφείλεται στην έλλειψη ενδιαφέροντος από πλευράς συμμετοχής σπουδαστών με αποτέλεσμα τα Τμήματα να μην είναι για την ίδια τη Σχολή βιώσιμα. Δεν θα πρέπει όμως να μας διαφεύγει πως εκείνη την περίοδο η μεγάλη οικονομική κρίση που επακολούθησε, είχε ήδη αρχίσει να διαβρώνει τον κλάδο, ο οποίος βίωσε και βιώνει ακόμη και σήμερα τις οδυνηρές επιπτώσεις της.

Τα αποτελέσματα όμως της μακρόχρονης απουσίας μιας τεχνικής Σχολής για τον κλάδο, είναι ήδη εμφανή σε πολλούς τομείς του, κυρίως όμως στην ανυπαρξία εξειδικευμένου και καταρτισμένου τεχνικού προσωπικού ειδικά στον χειρισμό των σύγχρονων μηχανών – κέντρων εργασίας CNC και στον σχεδιασμό με Η/Υ.

Σήμερα ο Σύνδεσμος Αποφοίτων Επιπλοποιών – Σχεδιαστών και Φίλων της Ε.Β.Ε. ΔΙΠΛΑΡΕΙΟΥ ΣΧΟΛΗΣ (που ιδρύθηκε του 1979), επαναδραστηριοποιείται αναλαμβάνοντας σχετική πρωτοβουλία, ώστε μέσα από τις κατάλληλες επαφές με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, να μπορέσει να φέρει στην επικαιρότητα την αναγκαιότητα της επαναλειτουργίας του Τμήματος Επιπλοποιών.

Στη προσπάθεια αυτή σίγουρα ο δρόμος είναι μακρύς και δύσκολος και χρειάζεται μελέτη και ανάλυση πολλών εκπαιδευτικών παραμέτρων που θα πρέπει να εξεταστούν για τον επιτυχή σχεδιασμό ενός σημερινού βιώσιμου Τμήματος.

Πιστεύουμε όμως πως είναι σημαντικό βήμα για τον κλάδο, γιατί ένα σύγχρονο και βιώσιμο Τμήμα κατάρτισης Επιπλοτεχνιτών, πέρα από τη σημερινή αναγκαιότητα, αποτελεί και παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές του κλάδου.

Για το λόγο αυτό θεωρούμε πως η προσπάθεια αυτή, θα πρέπει να πλαισιωθεί και να ενισχυθεί από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς ιδιαίτερα όμως από τον ίδιο τον κλάδο.
Θα πρέπει να γίνουν συντονισμένες προσπάθειες από όλα τα Σωματεία, τις Ενώσεις, τις Συντεχνίες, τους επιχειρηματίες του κλάδου και γενικά από όλους μας, προκειμένου να συμβάλει ο καθένας με τον τρόπο του στην επίτευξη του στόχου, όπως ακριβώς μας διδάσκει και η ιστορία της ΕΒΕ – Διπλαρείου Σχολής.

Ο ίδιος ο κλάδος είναι αυτός που έχει χρέος να επαναπροσδιορίσει τις ανάγκες του, ώστε να φροντίσει για τη βιωσιμότητα μιας δική του σχολής που θα αποτελεί το φυτώριο νέων καταρτισμένων τεχνιτών, πράγμα που θα βοηθήσει μακροπρόθεσμα και στη δική του βιωσιμότητα.

Πάνω σε αυτό θα χρειαστεί βεβαίως και η βοήθεια του σημερινού Δ/Σ της ΕΒΕ – Διπλαρείου Σχολής, επιστρατεύοντας την εμπειρία και τα μέσα που διαθέτει, ώστε σε συνδυασμό με το Υπουργείο Παιδείας, να βρεθεί η κατάλληλη φόρμουλα για την επαναλειτουργία ενός νέου και σύγχρονου τμήματος κατάρτισης τεχνιτών ξύλου-επίπλου, που θα ξανασυνδεθεί με την ιστορική διαδρομή και το όνομα της Σχολής.

Ο λόγος που θεωρούμε πως ένα τέτοιο Τμήμα θα πρέπει να λειτουργήσει στο υπάρχον κτίριο της ΕΒΕ – Διπλαρείου Σχολής, είναι γιατί εκεί είναι ο φυσικός του χώρος, εκεί γεννήθηκε και μεγάλωσε, εκεί διέπρεψε και εκεί πρέπει να επιστρέψει.

Γιάννακας Ιωάννης | Εκδότης του τριμηνιαίου περιοδικού eWood


Σχετικές αναρτήσεις:
Ανακοίνωση του Συνδέσμου Αποφοίτων Επιπλοποιών – Σχεδιαστών και Φίλων της Ε.Β.Ε. ΔΙΠΛΑΡΕΙΟΥ ΣΧΟΛΗΣ.

Η σελίδα του Συνδέσμου Αποφοίτων Επιπλοποιών – Σχεδιαστών και Φίλων της Ε.Β.Ε. ΔΙΠΛΑΡΕΙΟΥ ΣΧΟΛΗΣ στο facebook.