Προτάσεις ανάκαμψης της ξυλοναυπηγικής τέχνης και γιατί τα ξύλινα καΐκια πρέπει να αποτελούν πολιτιστική κληρονομιά!

Των: Παράσχου Καραβατάκη, Αρχιτέκτων ΕΜΠ, Μέλος του ICOMOS [1]
karavatakisp@gmail.com
Παναγιώτα Σταμάτη, Interior Design. 
Επιμέλεια: Γιάννακας Ιωάννης, Εκδότης eWood

Ο άνθρωπος από αρχαιοτάτων χρόνων, προκειμένου να εξερευνήσει τη θάλασσα και να μπορέσει να εξαπλωθεί εμπορικά και πολιτισμικά σε όλα τα πέρατα του κόσμου, δημιούργησε εξαιρετικές ξύλινες πλωτές κατασκευές, αναπτύσσοντας έτσι με την πάροδο του χρόνου, μεγάλη δεξιότητα στη τέχνη της ξυλοναυπηγικής.

Η ξυλοναυπηγική είναι τέχνη στηριγμένη για αιώνες στην προφορική παράδοση, την πρακτική εφαρμογή, την διαισθητική αντίληψη χωρίς πειραματικά μοντέλα, εργαστήρια και εξομοιωτές.

Στην Ελλάδα η ξυλοναυπηγική τέχνη αποτελούσε για πολλά χρόνια έναν από τους κατ’ εξοχήν παραδοσιακούς κατασκευαστικούς κλάδους της χώρας, καθώς αναπτύχθηκε και στηρίχθηκε στα ξύλινα παραδοσιακά ελληνικά σκάφη, με σκοπό το εμπόριο και την αλιεία.

Την περίοδο μετά την επανάσταση, η εμπορική ναυτιλία ήταν ο μοναδικός οικονομικός τομέας της χώρας. Με την αποκατάσταση του ελληνικού κράτους ιδρύθηκαν αρκετά νέα ναυπηγεία σε πολλά νησιά και λιμάνια.

Η εποχή που τα ξύλινα σκάφη λειτουργούσαν προς όφελος του εμπορίου και της αλιείας μπορεί να έχει παρέλθει, όμως η Ελληνική Παραδοσιακή Ναυπηγική Τέχνη μπορεί να αξιοποιηθεί με επιτυχία στον τομέα του θαλάσσιου τουρισμού αναψυχής.

Η κατασκευή των πρώτων ξύλινων σκαφών

Στην αρχαιότητα τα πρώτα ξύλινα σκάφη υποθέτουμε ότι δημιουργήθηκαν όταν ο άνθρωπος άρχισε να χρησιμοποιεί τους πρώτους κορμούς δένδρων, οι οποίοι βρέθηκαν να πλέουν στην επιφάνεια των υδάτων. Με την φωτιά και το τσεκούρι έμαθε να κάνει κοίλα ανοίγματα στους κορμούς έτσι ώστε να κάθεται μέσα και να κωπηλατεί με άνεση.

Διαμέσου των αιώνων, τα σκάφη εξελισσόμενα μεγεθύνονται και γίνονται ταχύτερα.
Η πρώτη θαλάσσια εμπορική συναλλαγή έγινε περίπου το 8.000 π.Χ. στο Αιγαίο με την Παπυρέλλα [2], με σκοπό να μεταφερθεί οψιδιανός (ηφαιστειακό πέτρωμα από το οποίο κατασκευάζονταν εργαλεία και όπλα), από την Φυλακωπή της Μήλου στην Αργολίδα. Έκτοτε το πλοίο έγινε αναπόσπαστο κομμάτι ολόκληρου του Ελληνικού πολιτισμού από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας.

Η εξέλιξη αυτή ήταν κλιμακωτή. Με σχετικά αργούς ρυθμούς στην αρχή, από το 8.000 έως το 3.000 π.Χ. και με ταχύτερους αργότερα μέχρι και τα μετέπειτα χρόνια, ο άνθρωπος κατάφερε να κατασκευάσει πλεούμενα και να ταξιδέψει σε όλες τις θάλασσες του κόσμου.

Ιδιότητες του ξύλου στη ναυπηγική

Η ξυλεία είναι ένα υλικό με πολλαπλές δυνατότητες εφαρμογής στη παραδοσιακή ναυπηγική. Το ξύλο επίσης είναι ένα υλικό με υψηλές μηχανικές ιδιώτες.
Από εκατοντάδες χρόνια υπήρξε και υπάρχει και έχει αποδειχθεί ότι είναι ένα από τα πιο ισχυρά και ανθεκτικά υλικά που γνωρίζουμε μέχρι σήμερα συγκρίνοντάς το με τα καλύτερα μέταλλα.
Το μυστικό του ξύλου βρίσκεται στη δομή του
Το ιδανικό ξύλο πρέπει είναι καθαρό από ρόζους, με παράλληλα πυκνά νερά, κομμένο από το εγκάρσιο μέρος του δέντρου σε περίοδο χειμώνα και αποξηραμένο με φυσικό τρόπο. Σε διαφορετική περίπτωση παρατηρούνται διάφορες μορφές παραμορφώσεων όπως σκεβρώματα και πετσικαρίσματα.

Τα πλεονεκτήματα του ξύλου στη ναυπηγική είναι:

  • Αντοχή στην κάμψη, εφελκυσμό, λυγισμό, κρούση, διάτμηση, σχάση
  • Ελαστικότητα
  • Σκληρότητα
  • Πλαστικότητα

Τα κυριότερα είδη ναυπηγικής ξυλείας είναι το Ιρόκο, το Κυπαρίσι, το Πεύκο, το Pitch – pine και το Teak.

Τα ξύλινα καΐκια ως πολιτιστική κληρονομιά

Με βάση τις αρχές διακήρυξης της UNESCO που αναφέρονται, στο σεβασμό, στην προστασία και την ευαισθητοποίηση σε επίπεδο τοπικό, εθνικό και διεθνές όσον αφορά τη σημασία της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, κάποια από τα σωζόμενα μέχρι σήμερα ξύλινα παραδοσιακά καΐκια θα πρέπει να ανακηρυχθούν σε διατηρητέα μνημεία, ώστε να αναδεικνύουν σε πολλές τοπικές κοινωνίες την ιστορία και την παράδοση τους και να συνδέουν το παρελθόν με το παρόν.

Δεν θα πρέπει επίσης να υποτιμηθεί ακόμα και η εκπαιδευτική αξία που θα έχει για τις επόμενες γενιές η διάσωση των ξύλινων καϊκιών, αντί για την καταστροφή τους που επιδοτεί σήμερα το κράτος.

Με τη διάσωση πολλών παραδοσιακών καϊκιών, οι νέες γενιές θα έχουν ζωντανά παραδείγματα από την πολιτιστική τους ταυτότητα και από την ιστορική εξέλιξη του τόπου τους, που βασίζονται σε υλικά τεκμήρια όπως είναι τα ξύλινα καΐκια, που αντιπροσωπεύουν παλαιότερες περιόδους της τοπικής τους ιστορίας.

Η αξιοποίηση των ξύλινων παραδοσιακών καϊκιών

Το 2016 στο ετήσιο συνέδριο ναυτικής τεχνολογίας που πραγματοποιήθηκε στο Ίδρυμα Ευγενίδου, υπό την αιγίδα των υπουργείων Ναυτιλίας και Περιβάλλοντος/Ενέργειας, του Ναυτικού Επιμελητηρίου και της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών, το αρχιτεκτονικό μας γραφείο είχε καταθέσει συγκεκριμένη μελέτη/πρόταση, προκειμένου να σταματήσει η επιδοτούμενη καταστροφή των ξύλινων παραδοσιακών καϊκιών και να αξιοποιηθούν με κάποιες μετατροπές, σε τουριστικά σκάφη αναψυχής.

Εξακολουθούμε να πιστεύουμε πως πέραν της πολιτιστικής αξίας των σκαφών αυτών, σημαντική είναι επίσης και η τουριστική τους αξία, η οποία δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί.

Η μετατροπή των ξύλινων αλιευτικών καϊκιών σε σκάφη αναψυχής θα μπορούσε να προσφέρει σημαντικές ευκαιρίες οικονομικής ανάπτυξης στις τοπικές κοινωνίες. Θα μπορούσαν να αποτελούν αναγνωρίσιμο μέρος του προβαλλόμενου τουριστικού προϊόντος και άρα να έχουν ακόμη μεγαλύτερη αξία από τη σκοπιά του τουρισμού.

Παράλληλα θεωρούμε πως επιβάλλεται να γίνουν σημαντικά βήματα για την ανάκαμψη της ξυλοναυπηγικής τέχνης η οποία εξ αντικειμένου έχει και τον πρώτο ρόλο στην κατασκευή και συντήρηση των ξύλινων σκαφών.

Από την έρευνα που κάναμε, σήμερα έχουν απομείνει περίπου 30 καρνάγια σε όλη την Ελλάδα, τα οποία δέχονται παραγγελίες από ιδιώτες για τέτοιου είδους πλοία, τα οποία χτίζονται ακόμη λόγω της τουριστικής ζήτησης. Όμως, δεν υπάρχει καμία μέριμνα για αυτά τα ιστορικά μνημεία (καρνάγια) από πλευράς κράτους για οικονομική βοήθεια όπως πχ. επιδοτήσεις.

Συμπερασματικά λοιπόν, η ξυλοναυπηγική τέχνη στη χώρα μας κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί και πρέπει να αναγεννηθεί. Πρέπει όλοι οι φορείς να αναλάβουν σχετικές δράσεις ώστε να υποστηριχθεί ο παραδοσιακός αυτός κλάδος. Μία απ’ τις διεξόδους για τη συνέχιση των κατασκευών στα καρνάγια είναι η προσαρμογή τους στη ζήτηση νέων σκαφών αναψυχής με νέες προτάσεις από ναυπηγικά γραφεία – αρχιτέκτονες συνδυάζοντας τη σύγχρονη με την παραδοσιακή τεχνική στα ξύλινα σκάφη.

  • Η ελληνική παραδοσιακή ναυπηγική, θα πρέπει να προστατευθεί με κάθε μέσο, για να διατηρηθεί η μεγάλη ναυτική παράδοση της χώρας.
  • Στα υπάρχοντα καρνάγια να δημιουργηθούν οι βάσεις για νέες θέσεις εργασίας ώστε να ενισχυθεί και η εγχώρια τοπική οικονομία, δεδομένου ότι υπάρχει ζήτηση σε αυτό το είδος.
  • Οι ακαδημαϊκές και τεχνικές σχολές σίγουρα θα μπορούσαν να συνδράμουν σε αυτό το σκοπό, διδάσκοντας την ξυλοναυπηγική τέχνη και οι μαθητές τους να εφαρμόζουν τη μαθητεία τους με 6μηνη πρακτική άσκηση στα εναπομείναντα καρνάγια.

Μία ακόμη πρόταση συμπαράστασης ως προς την ναυπηγική διάδοση της τέχνης του καραβομαραγκού, θα μπορούσε να είναι η ίδρυση μουσείων – εργαστηρίων, με την συγκέντρωση υλικού από τα καρνάγια, ώστε τα παιδιά των σχολείων που θα τα επισκέπτονται να αντιλαμβάνονται την μακρόχρονη ιστορία της ξυλοναυπηγικής τέχνης και την προσαρμογή της στις σύγχρονες απαιτήσεις.

Η αγάπη αλλά και η σιγουριά της κατασκευής που ενέπνεαν τα ξύλινα καΐκια κατά το παρελθόν στους νησιώτες, εκφράζεται παραδειγματικά μέσα από το παρακάτω απόσπασμα του δημοτικού ποιήματος του Νίκου Πολίτη “Ο κυρ Βοριάς”.

Ο κυρ Βοριάς παράγγειλεν ούλω των καραβιώνε:
«Καράβια π’ αρμενίζετε, κάτεργα που κινάτε,
εμπάτε στα λιμάνια σας, γιατί θε να φυσήξω,
ν’ ασπρίσω κάμπους και βουνά, να κρυώσω κρυές βρυσούλες,
κι οσά ’βρω μεσοπέλαγος, στεριάς θε να τα ρίξω».
Κι όσα καράβια τ’ άκουσαν, όλα λιμάνι πιάνουν,
του κυρ Αντριά το κάτεργο μέσα βαθιά αρμενίζει.
«Δε σε φοβούμαι, κυρ Βοριά, φυσήσεις δε φυσήσεις,
τι έχω καράβι από καρυά και τα κουπιά πυξάρι,
έχω κι αντένες προύντζινες κι ατσάλενα κατάρτια,
έχω πανιά μεταξωτά, της Προύσας το μετάξι,
έχω και καραβόσκοινα από ξανθής μαλλάκια·
κι έχω και ναύτες διαλεχτούς, όλο άντρες του πολέμου,
κι έχω κι ένα ναυτόπουλο, που τους καιρούς γνωρίζει,
κι εκεί που στήσω μια φορά την πλώρη δε γυρίζω».


Επεξηγήσεις παραπομπών:
[1] Το ICOMOS είναι Διεθνές Συμβούλιο Μνημείων και Τοποθεσιών που συνδέεται με την UNESCO και έχει σαν στόχο τη διαφύλαξη, τη χρήση και την προστασία μνημείων, συγκροτημάτων, κτιρίων και τοποθεσιών σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι ένα διεθνές δίκτυο εμπειρογνωμόνων που επωφελείται από τη διεπιστημονική ανταλλαγή των μελών του, μεταξύ των οποίων είναι αρχιτέκτονες, ιστορικοί, αρχαιολόγοι, ιστορικοί τέχνης, γεωγράφοι, ανθρωπολόγοι, μηχανικοί και πολεοδόμοι.
[2] Παπυρέλλα: Είναι πρωτόγονο κωπήλατο πλοιάριο αποτελούμενο από πολλές χοντρές δεσμίδες λεπτών καλαμιών (παπύρων) δεμένων μεταξύ τους με σχοινιά. Είχε το σχήμα ενός αμφίπρωρου σκάφους (πρόκειται για σκάφος που η πλώρη είναι ίδια με της πρύμνη) και εξασφάλιζε μεγάλη ευστάθεια, πολύ καλή πλευστότητα και επέτρεπε την μεταφορά εμπορευμάτων. ΠΗΓΗ: Χάρης Τζάλας, “Πλοία και ναυσιπλοΐα στο Αιγαίο”.


ΠΗΓΕΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: 1. Γιαννουλέλης Γ. (1994). «Τα καΐκια, το σκαρί και η αρματωσιά τους». Μυτιλήνη. 2. Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος (2015). «Περίπλους ναυτικής ιστορίας». ΥΠ.ΠΟ. – ΥΕΝ – ΥΕΘΑ, Μαρίνα Ζέας – Πειραιάς. 3. Αντώνης Αντωνίου, καθηγητής Ναυπηγικής στο ΕΜΠ. 4. Βίβλος ΕΛΙΝΤ «Μετατροπή παραδοσιακού σκάφους από καΐκι σε κότερο». Π. Καραβατάκης.