Ο κ. Γιάννης Κακαράς, ιστορικός διευθυντής του εργοστασίου επί σειρά ετών και μετέπειτα ιδρυτής του Τμήματος Ξύλου – Επίπλου στο ΤΕΙ Καρδίτσας, μιλώντας στην ΕΡΤ Λάρισας για το ζήτημα και με αφορμή την εν εξελίξει προσπάθεια επαναλειτουργίας του εργοστασίου, χαρακτήρισε θετική την όλη προσπάθεια που έχει ξεκινήσει, αλλά για να έχει επιτυχία το όλο εγχείρημα, τόνισε πως θα πρέπει να πληρούνται απαραίτητα οι παρακάτω προϋποθέσεις:
- Τη στελέχωσή του με ανθρώπους κατάλληλους, χωρίς ιδιοτέλεια, ικανούς να μπορούν να επαναλειτουργήσουν το εργοστάσιο.
- Τη δημιουργία ευέλικτου φορέα διοίκησης, χωρίς τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις του παρελθόντος.
- Τον εκσυγχρονισμό, με βάση τη μελέτη για μηχανήματα του εργοστασίου και την χρηματοδότησή του.
Τόνισε επίσης πως έχει ήδη εκπονηθεί εμπεριστατωμένη μελέτη, από το Τμήμα Ξύλου – Επίπλου του ΤΕΙ Καρδίτσας για την επαναλειτουργία του εργοστασίου, η οποία έχει κατατεθεί. Συνεπώς, υπάρχει το πλαίσιο για την επαναλειτουργία του και που θα αποφέρει πολλαπλά οφέλη στον δημόσιο τομέα.
Το σημαντικό βέβαια σύμφωνα με τον κ. Κακαρά, είναι ότι δεν απαιτούνται πολλά χρήματα. Με βάση την προμελέτη, προσαρμοσμένη και στις δυσκολίες της εποχής μας, το κοστολόγιο για τον εκσυγχρονισμό των μηχανημάτων είναι εξαιρετικά μικρό (γύρω στις 300.000 ευρώ) για τέτοιου μεγέθους βιομηχανία. Η τεχνογνωσία και τα κατάλληλα πρόσωπα υπάρχουν, για την παραγωγή πολυσύνθετων κατασκευών ξύλου και πιστοποιημένης δομικής ξυλείας, ελληνικής προέλευσης και κυρίως αυτό που σημείωσε ο κ. Κακαράς είναι ότι το εργοστάσιο το έχει ανάγκη ο δημόσιος τομέας.
«Η Κρατική Βιομηχανία Ξύλου της Καλαμπάκας, είναι το μοναδικό κρατικό εργοστάσιο ξύλου και λειτουργεί από το 1947. Στη δεκαετία του ’80 η λειτουργία του Εργοστασίου υπήρξε υποδειγματική. Εφάρμοσε νέες τεχνολογίες στα προϊόντα και τον εμποτισμό του ξύλου, με νέες μονάδες που για πρώτη φορά λειτούργησαν στην Ελλάδα. Κατασκεύαζε λυόμενα ξύλινα οικήματα, κατασκευές υπαίθρου, παιδικές χαρές, προϊόντα με τα οποία καλύπτονταν βασικές ανάγκες της χώρας. Στον σεισμό της Καλαμάτας «έφευγαν» από το εργοστάσιο κάθε εβδομάδα τέσσερα οικήματα των τεσσάρων δωματίων, που οι ίδιοι οι εργαζόμενοι μετέφεραν και εγκαθιστούσαν».
Σύμφωνα πάλι με τον κ. Κακαρά, «το Κρατικό Εργοστάσιο Ξυλείας, λειτουργούσε αποδοτικά ως προς τα προϊόντα και την κάλυψη αναγκών και μάλιστα με κέρδη επί σειρά ετών. Η στροφή στον ιδιωτικό τομέα και η απαξίωση κάθε δημόσιας και κρατικής δομής οδήγησαν το εργοστάσιο σε μαρασμό και σε υπολειτουργία».

