Του Γιάννακα Ιωάννη: Εκδότη του τριμηνιαίου κλαδικού περιοδικού eWood
Μετά την απρόσμενη πανδημία του Covd-19 που προκάλεσε εκατομμύρια θανάτους σε όλη την ανθρωπότητα, συντάραξε και γύρισε πίσω πολλούς τομείς της παγκόσμιας οικονομίας, βλέπουμε τώρα σε παγκόσμιο επίπεδο να συντελούνται αυξήσεις «φωτιά» στις τιμές πολλών και βασικών πρώτων υλών, με το τελευταίο μάλιστα διάστημα να ακολουθεί και ο ενεργειακός τομέας.
Οι αυξήσεις στις τιμές των πρώτων υλών, οφείλονται κυρίως στις επιπτώσεις των διαδοχικών lockdown που επιβλήθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα σε όλες τις χώρες προκειμένου να αντιμετωπιστεί η πανδημία, με αποτέλεσμα να συρρικνωθεί παγκοσμίως η παραγωγή αγαθών, χωρίς όμως να μειωθεί ανάλογα και η κατανάλωση, προκαλώντας έτσι μια αναμενόμενη ανισορροπία στους νόμους της προσφοράς και ζήτησης.
Μεγάλη επίσης ευθύνη στις αυξήσεις των τιμών, έχει και η κόντρα της γεωπολιτικής στρατηγικής μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας που σήμερα βρίσκεται οικονομικά και διπλωματικά στο χειρότερο σημείο όλων των εποχών.
Στον ενεργειακό δε τομέα που βλέπουμε τελευταία να έχει «ξεφύγει» από πλευράς τιμών, σημαντικό ρόλο έχει η ενεργειακή πολιτική της Ρωσίας, που ως κύριος προμηθευτής της Ευρώπης σε φυσικό αέριο, προσπαθεί χειραγωγώντας τις τιμές να δείξει «ποιος είναι ο ηγέτης» στη συγκεκριμένη ενέργεια.
Δεν θα πρέπει επίσης να αγνοήσουμε και τις μεγάλες αυξήσεις στο κόστος μεταφοράς εμπορευμάτων, ειδικά των θαλάσσιων μεταφορών προερχόμενες από την Ασία, που σήμερα ξεπερνούν και το εξωπραγματικό ποσοστό του 500%! και μάλιστα με χρόνους παράδοσης εμπορευμάτων που ξεπερνούν αισιόδοξα τους δύο (2), συνήθως τους τέσσερις (4) ή ακόμη και τους έξι (6) μήνες!
Όλα αυτά -όπως είναι φυσικό- πολλαπλασιάζουν το κόστος παραγωγής σε πολλούς κλάδους μεταποίησης και κατασκευής της χώρας μας και απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή στην οικονομική πολιτική των επιχειρήσεων, γιατί επηρεάζουν αρνητικά την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων τους και συρρικνώνουν τα όποια περιθώρια κέρδους είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται μετά την εξαντλητική περίοδο της πρόσφατης οικονομικής κρίσης που βιώσαμε.
Περισσότερη όμως προσοχή απαιτείται στο δικό μας κλάδο του «ξύλου – επίπλου», που τα τελευταία τρία – τέσσερα χρόνια, δείχνει να βρίσκεται σε φάση επανεκκίνησης και σταθερής ανοδικής πορείας.
Τα πιθανά σενάρια -σύμφωνα με οικονομικούς αναλυτές- δείχνουν πως η Ελλάδα δεν θα επηρεαστεί ιδιαίτερα από τις παραπάνω εξελίξεις, αρκεί να μη χρειαστεί να οδηγηθούμε ξανά σε νέα lockdown για την αντιμετώπιση της πανδημίας που δυστυχώς βλέπουμε πως συνεχίζει να καλπάζει στη χώρα μας.
Η Ελλάδα εκτός της σημαντικής οικονομικής στήριξης που θα λάβει από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης με την εισροή πολλών δισεκατομμυρίων που θα βοηθήσουν σημαντικούς νευραλγικούς τομείς της χώρας, όπως αναφέρουν πολλοί διεθνείς οίκοι αξιολόγησης η ελληνική οικονομία βρίσκεται ήδη σε δυναμική τροχιά ανάκαμψης, με ανοδική πορεία πολλών οικονομικών δεικτών όπως, αύξηση του ΑΕΠ, της ιδιωτικής κατανάλωσης, των επενδύσεων παγίων κεφαλαίων, των εξαγωγών, τη μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών κλπ. συμπαρασύροντας θετικά πολλούς κλάδους, μεταξύ αυτών και τον δικό μας του «ξύλου – επίπλου».
Σημαντικός συντελεστής της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας μας, εξακολουθεί βεβαίως να είναι ο ελληνικός τουρισμός που παραμένει η κορυφαία «βιομηχανία» της χώρας, με το 2021 μάλιστα -παρά το συνεχιζόμενο κλίμα αβεβαιότητας λόγω της πανδημίας- η αύξηση των τουριστικών αφίξεων να ξεπερνά θετικά κάθε πρόβλεψη.
Η συνεχής αύξηση των τουριστικών αφίξεων είναι ένα αρκετά αισιόδοξο μήνυμα για τη χώρα μας, που επιβεβαιώνει πως η θέση της Ελλάδας σταθεροποιείται μέσα στους δέκα πρώτους παγκόσμιους τουριστικούς προορισμούς, με τη θέση αυτή μάλιστα να δείχνει πως ανεβαίνει συνεχώς.
Αυτό επηρεάζει θετικά πολλούς δορυφορικούς κλάδους που σχετίζονται με τον τουρισμό, εξασφαλίζει συνεχώς επιπλέον θέσεις εργασίας και δημιουργεί ένα θετικό κλίμα σε όλη την οικονομία γενικότερα.
Παράλληλα όμως για να μπορεί η τουριστική «βιομηχανία» να ανταποκριθεί στη συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση των τουριστικών καταλυμάτων αλλά και για να είναι ανταγωνιστική έναντι άλλων χωρών, θα πρέπει να εξασφαλίζει συνεχώς νέες επενδύσεις σε κτιριακές υποδομές, καθώς και σημαντικές ανακαινίσεις λόγω παλαιότητας σε πολλές υπάρχουσες, με τον κλάδο μας -όπως είναι φυσικό λόγω αντικειμένου- να έχει πολύ μεγάλο και διαχρονικό οικονομικό όφελος από αυτό.
Δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε επίσης και το μικρό αλλά ανοδικό «άνοιγμα» της οικοδομής που παρατηρείται τελευταία, με πολύ θετικές επιρροές για πολλά επαγγέλματα αλλά και για τον κλάδο μας που αποτελεί σημαντικό δορυφόρο της.
Όλα αυτά μπορεί να δημιουργούν ελπίδες και αισιοδοξία για μια γενικότερη οικονομική ανάπτυξη -μαζί και του κλάδου μας- όμως η σημερινή διεθνής κατάσταση έτσι όπως βλέπουμε να εξελίσσεται, δεν προσφέρεται για εικασίες και προβλέψεις και γι’ αυτό χρειάζεται συγκράτηση και ιδιαίτερη προσοχή στις όποιες επιχειρηματικές αποφάσεις, τουλάχιστον μέχρι να φανεί μια διεθνής ομαλοποίηση.

